Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Λαρνακα, Cyprus
Είμαι ένα φαλκόνι της Ελεονώρας πάνω από τη γυναίκα Μεσόγειο...

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2006


Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Να ‘ ναι ο πολυκάντηλος του Κόντογλου ουρανός
που γκρεμίζεται από αστεροσκόπους;
Να ‘ ναι που στη χαρά σου είσαι μίζερος
και χαρούμενος στη μιζέρια σου;
Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Να ‘ ναι αυτή η βαλπούργεια νύχτα μια απαρχή;
Να ‘ ναι που παρεισφρέω στα άδυτα του κόσμου;
Δεν ξέρω, δεν ξέρω χρόνε.
Σε καλωσορίζω φαιδρολογώντας
και κορυβαντιώ
σε υπερώο ευτράπελος κι ακάτεχος
μα μέσα μου καρτερώ την υστεραλγία
όταν θα φαρμακοποτούμε μαζί σου
και να σε διώξουμε θα βιαζόμαστε
για να’ ρθει ο νέος με τα δώρα με τραγούδια με χαρά.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Να’ ναι αυτή η αχλή στη ψυχή αληθινή;
Μα πάλιν τι έμεινε αληθινό σ’ αυτόν όλο μέσα το σολιψισμό;
Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Μόνο στρέφω στον ουρανό το βαρύ μου αυχένα
και ρεκάζω:
‘’Κύριε ελέησον’’

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

ΔΕ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΠΕΡΑΣΑ ΑΠΟ ΔΩ


Δεν σου λέω ότι έκανα κάτι
την ώρα που επέρασα από δω
δεν τη θυμάμαι
δε θυμάμαι να επέρασα
θυμάμαι μόνο
κάτι κουρέλια που ανέμιζαν
κάτι κόκαλα που εξείχαν
κάτι κοιλιές που εκρέμοντο
κάτι νύχια που έσκιζαν
κάτι παλάμες που άρπαζαν
κάτι μασέλες που εροκάνιζαν
κάτι τσέπες που εξεχείλιζαν
κάτι άμφια που εγυάλιζαν
κάτι κοντάρια που εξεκοίλιαζαν
κάτι δοξάρια που έπαιζαν
κάτι πλήκτρα που εχάλασαν
κάτι κουφάρια που εβρώμησαν
κάτι φωνές που εβράχνιαζαν
κάτι όνειρα που εσκουλήκιασαν
όχι όχι
δε σου λέω ότι έκανα κάτι
την ώρα που επέρασα
-αν επέρασα-
από δω
δεν τη θυμάμαι την ώρα
δε θυμάμαι να επέρασα
δε θυμάμαι
δε θυμάμαι...


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ;


Που είναι οι ήρωες;
Που είναι οι ήρωες;
Να, θα έρθουν τώρα δα πάνω σε σιδερένια άτια.
Γιατί όμως αργούν;
Εδώ μας τρέφουνε τη σάρκα
μας πίνουνε το αίμα
μας δένουνε με ασύρματα σχοινιά
μα που είναι οι ήρωες;
Μην έρχονται με τον αστεροειδή που μας πλησιάζει;
Θα κατεβούν με πανοπλίες και ρόπαλα
έτοιμοι από πριν για το μεγάλο Αρμαγεδδώνα
θα ρίξουν στη φωτιά τους αόρατους.
Που είναι οι ήρωες;
Που είναι οι ήρωες;
Μην είναι ήδη στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ
και μάχονται;
Θα προσποιηθούμε τους ακάτεχους μικρόν ακόμη
μικρόν ακόμη θα παίζουμε το παιγνίδι τους
θα φυλάξουμε όμως σα σύνθημα μια σταγόνα αίματος
στις σάρκες μας που τρέφουν συνεχώς να μας παχύνουν.
Αυτοί δεν τρώνε αίμα
μα πρέπει να έρθουν πριν στραγγίσουμε.
Που είναι οι ήρωες;
Που είναι οι ήρωες;

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007

ΜΗΝ ΕΙΔΑΤΕ ΤΟΥΣ ΦΟΒΙΣΜΕΝΟΥΣ;


Είδες τους φοβισμένους που έτρεχαν;
Λωρίδες κόσμου σε πλήθη γης
έπλαθαν τον πόνο τους
ύφαιναν αργαλειούς
συρφετός κινούμενος σε ανερμάτιστη παρέλαση.
Εν δυο στον ήχο των τυμπάνων
οι φοβισμένοι
μην τους είδες;
Τι να κάνουμε για να γεμίσουμε
τα άδεια τοπία
που πίσω τους αφήνουν ρημαγμένα
οι φοβισμένοι;
Να τα γεμίσουμε πνοή
φυσάτε άφοβα οι ήρωες
να πληρωθούν τα πλήθη της γης
να φτιάξουμε νέες λωρίδες κόσμου
να καρτερούν ουρές οι κεραυνοί να τους χαδέψουν.
Μην είδατε τους φοβισμένους;

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

ΟΤΑΝ ΕΓΙΝΑ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ Η ΞΕΡΗ ΕΛΙΑ ΔΙΠΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΑΛΑΜΙΝΟΥ



Ντύθηκα ελιά.

Μου φώναζες:
‘’να ο άνεμος’’
Σου έλεγα:
‘’είναι ξερά τα κλωνιά μου άναψε φωτιά’’
Μου έλεγες:
‘’να ένα πριόνι’’
Σου έλεγα:
‘’να μια ηλιακτίδα που έρχεται απο τη χώρα
όπου οι γυναίκες έχουν λευκά πρόσωπα και σκιστά μάτια’’

Ντύθηκα ελιά.

Σου έλεγα:
‘’οι ρίζες μου άγγιξαν την κόλαση’’
Μου φώναζες:
‘’Μη ψηλώνεις άλλο
θα γίνεις σύννεφο’’
Σου φώναζα:
‘’πιες το χείμαρρο πριν με ποτίσει’’
Μου έλεγες:
‘’Δες την αποκαλάμη άνθισε
σα μάρμαρο’’

Ντύθηκα ελιά ξερή
στη μέση άγονης πεδιάδας.

Σου φωνάζω:
‘’Με βλέπεις που πετώ;’’
Μου απαντάς:
‘’Τον τρισάγιον ύμνον
τον είδες; Πέρασε μέσα απ’ το μυαλό της πενικιλίνης’’

Ντύθηκα ελιά.

Τα βράδια στα σπλάχνα μου ξυπνά μια
κουκουβάγια λευκή
με τρέφει ουρές αρουραίων
με ποτίζει τα ούρα της
Εκραύγαζα:
‘’Με ακούς;’’
Απαντούσες:
‘’Όχι’’

ΗΛΙΟΣ


Γράπωσα τον ήλιο που ανέτειλε στο σύμπαν
έφαγα τον ήλιο που ανέτειλε στη γη
πλήρης φωτός
ανεμίζω στον αέρα την
κενή μου πληρότητα.

Μ’ έκλεισε στη χούφτα του
ο ήλιος που ανέτειλε στον κόσμο
μ’ έφαγε ο ήλιος
που ανέτειλε στο κλειστό δωμάτιο.

Το σκουριασμένο σίδερο
αντανακλά το φως σου!

Ήλιε μου,
βασιλιά μου,
άργησες!

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

ΝΕΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ


Το σκυλί στο δρόμο
εσφάδαζε
καρφωμένα τα μάτια του
στην άσφαλτο
σαν άνεμος που του επήραν
την πνοή

Ένας αράπης με χαιρετά γαλλιστί
αντιχαιρετώ οικουμενιστί
δένομαι με τα άκρα μου
σε πάσσαλο γυάλινο
του σύγχρονου Ήφαιστου

Ο Φειδίας γκρεμίζει πιο κάτω
τα έργα του
ο Σωκράτης σκίζει τα λεγόμενά του
ο Σενέκας ορκίζεται πως δε γεννήθηκε

Εγώ δεμένος με τα άκρα μου
καρφώνω τα μάτια μου στην
κόκκινη άσφαλτο
σφαδάζοντας με το σκυλί.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

ΕΦΤΑ




Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμ’ ένας κεραυνός
μια στιγμή εκκένωσης
ένα λαμπερό δευτερόλεπτο

Τι είσαι;
Τι είσαι;

Ειμ’ ένα κεφάλι
δίχως σώμα χωρίς κορμί
με εφτά στόματα
με εφτά σειρές δόντια
σαράντα εννέα

Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμ’ ένα σώμα χωρίς κεφάλι
με χέρια δεκατέσσερα
πενηνταέξι πόδια
γεμάτο στήθη
και όργανα του πάθους...

Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμ’ ένα γεράκι γυμνό
με φτερά στον εγκέφαλο
με επιβλητικό ράμφος
φτιαγμένο από σκιά
με εικοσιοχτώ γαμψά νύχια
φτιαγμένα από αέρα...


Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμαι το πρωινό
που ξημέρωσε
ύστερα από εδομήκοντα επτά νύχτες πίσσα
και μάχεται να ξελασπώσει
γλύφω με τις ακτίδες μου
τα έλη.

Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμαι ο άνεμος ο κατακόρυφος
Φυσώ τεσσαράκοντα δύο χιλιάδες πόδια
πάνω απ’ την ιονόσφαιρα
καταλήγω στον πυρήνα του είναι
πεθαίνω στη λάβα...

Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμ’ ένας άνθρωπος χωρίς ψυχή και σωθηκά
ένα περίβλημα
περνάω κάτω από σκέλια γυμνά
κουτουλώ σε αόρατες υπάρξεις
σβήνω κοντά στους ομφαλούς...

Τι είσαι;
Τι είσαι;

Είμαι μια ψυχή χωρίς άνθρωπο
εικοσιένα γραμμάρια άϋλη ύλη
τρυπώνω σε περιβλήματα σκιών
κυνηγώ τον εαυτό μου
εβδομηντάκις εφτά
σε λαβύρινθους χωρίς νήμα
ως το τέλος...

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

ΑΝ ΣΟΥ ΕΔΕΙΧΝΑ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΜΟΥ


Αν σου έδειχνα τη σκοτεινή πλευρά μου
με τα αδέσποτα σκυλιά που κατασπαράζουν σάρκες
με τα γυμνά αισθήματα που δεν είναι ανεκτά
με το βαθύ κόψιμο από τους παλτάδες
τις κοτρώνες που κατακυλούν σε αβύσους αφύλακτες
το πέπλο που αιωρείται ερέβινο
τα ναρκοπέδια με το συρματόπλεγμα
τις αφύλακτες διαβάσεις
τις ημιτελείς διαπραγματεύσεις
τα ασπρόμαυρα όνειρα
τα έγχρωμα βράδια
τους κατακόρυφους βράχους
στις λεπιδόμορφες χαράδρες
ένας αέρας γκρεμίζεται
χωρίς να βρίσκει πάτο
ένα λιβάδι που δεν υπήρξε
βλαστάνει
βορά της μυρηκαστικής πλευράς μου
που δεν σου έδειξα

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ


Με κουρεμένο σβέρκο
πορεύονται δυο διαβάτες
χωλαίνοντας
...ψάχνουν τη ζωή τους
λέει μια τσιγγάνα
-το γράφει στην παλάμη τους.

Ένα πουλί κοροϊδεύει
τους ανθρώπους που δεν πετούν
...πιο κάτω θα πέσει ματωμένω από σκάγια
και σκατά
λέει η τσιγγάνα
-το γράφει στα φτερά τους.

Έν’ αρσενικό άλογο
χλιμιντρίζει περήφανο
φουσκώνει το στήθος
καλπάζει
όπως δε μπορούν οι άνθρωποι
να καλπάσουν
...σε λίγα μέτρα θα του κάνουν ευθανασία
λέει η τσιγγάνα
-το γράφει στις οπλές του.

Δυο ερωτευμένοι πετάνε
σαν ερωτότροπα γεράκια
όπως νομίζουνε οι άνθρωποι πως μπορούν
να νιώθουνε για πάντα
...σε λίγα μέτρα χρόνου
ο έρωτάς τους θα κονιορτοποιηθεί
-το γράφει στις καρδιές τους με γράμματα της μοίρας
λέει η τσιγγάνα
και πεθαίνει.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δεν είμαι ποιητής.

Σας το ψέλλισα ένα πρωινό
σε μια καταιγίδα της ερήμου.

Δεν είμαι ποιητής.

Σας το είπα από τον Ευφράτη
ως τον Λιτάνι
με Σοκ και Δέος.

Δεν είμαι ποιητής.

Σας το εφώναξα
ανάμεσα σε φλόγες
μέρες του Πάσχα
ώρες του Ραμαζανιού
στιγμές γιορτινές.

Δεν είμαι ποιητής.

Το διαλαλούν οι διασκορπισμένες
πέτρες της Ουρ
η γη της Χαναάν
η εμπλουτισμένη άμμος.

Δεν είμαι ποιητής.

Το έκραξα στα Βαλκάνια
το εθρηνολόγησα στο Μογκαντίσου
ανάμεσα σε γοτθικά φίδια
το έψαλλα σε συλημένες εκκλησιές.

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

Δεν είμαι ποιητής.
Δεν υπάρχουν ποιητές.


Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΥΧΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ


Το καράβι που επέρασε
ίσα πάνω απ’ το κεφάλι μου
επήρε μαζί του τις αναμνήσεις
της ημέρας
ένα θεριό
που ‘τρωγε μήλα με την Εύα
τον Αδάμ που εγύρευε να δει
το Θεό κατάματα
ένα γατί που επάτησε το φορτηγό
και κουνούσε τα ποδάκια του
λακτώντας τη ψυχή του προς τα έξω

Την ώρα που με έπιασαν
τα απόνερα
εβυθίστηκα μαζί τους
για να’ βρω την πρόστυχη γοργόνα
που μ’ εφώναζε
να της απαγγείλω ένα ποίημα

Δεν είμαι ποιητής της λέω
είμαι ένα όνειρο που είδες
ή εφιάλτης


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

ΕΙΜΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ



Στην Αγριόγατα
Είμαι ο ίσκιος.
Με ρίχνει στον τοίχο μια φιγούρα
το βράδυ ισχυρίζεται πως υπάρχει
το πρωί φεύγει σαν ιδέα.

Είμαι ο ίσκιος.
Πέφτω στο έδαφος τις νύχτες τετραπλός
μου κάνω παρέα
ξαπλώνω στο χώμα τις μέρες μονός-μόνος
οριζοντιώνομαι στις γωνίες πίσω από
το φάσμα
μιας παράνομης αέρινης σχέσης
μέσα μου περπατά μια αράχνη.

Είμαι ο ίσκιος.

Με λιώνει το καουτσούκ στη πλάτη της ζέβρας
με ζωγραφίζει ένα παιδί
με προσπερνά μια γυναίκα
με προσπερνά μια ζωή
με λιβανίζει ένα χωνί χασίς
παίζει μαζί μου ένα σκυλί
παίζει μαζί μου μια ζωή
παίζει μαζί μου η ζωή
με προσπερνά μια γυναίκα.

Είμαι ο ίσκιος.

Με ρίχνει στον τοίχο μια ματιά
άγριας γάτας
το βράδυ ισχυρίζεται πως υπάρχει
το πρωί φεύγει σαν ιδέα.

Είμαι ο ίσκιος.

Το πρωί και το βράδυ ισχυρίζομαι πως υπάρχω
μα είμαι πάντα φάντασμα
και φάσμα.

ΚΡΥΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ




Τις κρύες αίθουσες ποτέ δεν τις πήγαινα.
Μ’ ένα ζεστό καλοριφέρ από αναμνήσεις
που μόνος δημιούργησα μια έναστρη νύχτα
ζεσταίνω την ελάχιστη ζωή μου.
Στην κρύα ζωή μου έβραζα βρύα
σ’ αποσταγμένο ποταμίσιο ελληνικό ύδωρ
με βάζα γεμάτα μενεξέδες και κυκλάμινα
εξύμνησα τον Ήφαιστο που σφυρηλατούσε
την ορφάνια μας.
Οι κρύες ημέρες πάντα μου άρεσαν.
Σε ανοικτό λιβάδι έκοβα ανεμώνες
για να μη ξαναβλαστάνουν
τρέφοντας τα ζώα μέσα μου.
Ένα κερί σε ξωκλήσι παρηγορούσε
την ανομία μου
σε μια αφετηρία για νέες ανομίες.
Όμως τις κρύες αίθουσες ποτέ δεν τις πήγαινα.
Μέσα σ’ αυτές εκυλίστηκα για να σκοτώσω
το χρόνο που με σκότωνε.

ΜΑΥΡΗ ΟΡΧΙΔΕΑ

Οι μέρες που κατρακυλούν
στον ατέρμονο κατήφορο
στον αβλέμονα ριγμένες
οι ψυχές-βιβλία
σαράντα τέσσερα μίλια
σκισμένες σάρκες
τα λευκά οστά σχηματίζουν
άσπρες οστέϊνες λέξεις:
Έξω... Μόνος....Ελευθερία...
Μια μαύρη ορχιδέα ποτισμένη με νεύρα
ανθίζει στη μέση της κοιλάδας
...στα σπλάχνα της κρύβει μια λευκή γοργόνα.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

ΠΟΛΥΠΕΙΡΗ ΓΑΙΑ

Εκπνέω στο τζάμι
και με το δείχτη γράφω ήχους.
Ένας κίτρινος ουρανός καλεί
τους αγγέλους σε σύναξη
βαπόρια φορτωμένα στοίβες από όρη και βουνά
μετατοπίζουν συνειδήσεις.
Κουβάρια μαλλιών γριάς
κυλούν αμέριμνα στην πνοή
του Πουνέντη
φαλακρές γραίες ψάχνουν την κώμη τους
σε σκονισμένα ντουλάπια
όπου φυλάνε οι τρανοί το χρόνο.
Σα δέντρα οι διαβάτες
στο πέρασμα του Αττίλα των ορδών
γέρνουν και γερνούν ώσπου ν’ ακουμπήσουν
με το ακροκέφαλο την περήφανη γαία
που πολύπειρη τους καρτερεί.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

ΤO ΚΡΙΝO ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ



Στην Άννα Δημητρίου
Είμ’ ένα κρίνο λευκό
φυτευμένο σε μια ορθή γωνία
κάτω από’ να λευκό μάρμαρο κι ένα λευκό σταυρό.

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
σε μαύρο φόντο·
τη μέρα είμαι σα ψυχή κλειστό
κάτω απ’ τη σκιά του κατοκόρυφου κυπαρισσιού.

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
σε λευκό κήπο·
ανθίζω στο έρεβος
κι αντανακλώ
απ’ τη Σαλαμίνα ως την ακρόπολη
σε μια ζαρτιέρα στη φυλής
σ’ ένα καμπαναριό του άθωνα
σ’ ένα φλυτζάνι που διαβάζει μια τσιγγάνα

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
ένα κρίνο της χαράς
που φέρνει
ο χειμώνας κι η βροχή
και ταξιδεύω σε κάθε ψιχάδι
και πέφτω στο θερμαϊκό
και ξεβράζω με τα φύκια
στις πλατείες και τα καλντερίμια του βορρά
και πνίγω
και πνίγομαι
και σκοτώνω
και πεθαίνω

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
τα πέταλά μου δορυφόρος
της νεφέλης
η καρδιά μου ικέτης
έλκύει τον κεραυνό
από δυό μαύρα σύννεφα
που ερωτοτροπούν πάνω απ’ τον κήπο μου.

Είμαι το κρίνο της χαράς·
κάτω από κρύο μάρμαρο λευκό
μαζεύω τις ψυχές των περαστικών
τις κάνω μυρωδιές
και πίνω δάκρυα
και τρώω σάρκες
και ζωγραφίζω ποιήματα
και γράφω πίνακες
και πνίγομαι
και πνίγω
και πεθαίνω
και σκοτώνω
και ερωτεύομαι
και λατρεύω
και αγαπώ
...και κορέννυμαι.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟΝ ''Κ''


Ξεκίνησε ένα πρωί από το σημείο ‘’Κ’’ περπατώντας στα τέσσερα. Δε μιλούσε· μόνο κάτι επιφωνήματα ακαταλαβίστικα έβγαιναν από το όμορφο στόμα του, ενώ τα καταγάλανά του μάτια χάνονταν απλανή στους ατέρμονους ορίζοντες. Γένος δεν είχε· του είχαν δώσει ένα όνομα ουδέτερο, μα η αναφορά του δεν θα είχε καμιά σημασία. Άλλωστε ποιά σημασία έχουν τα δισεκατομμύρια ονόματα στις ταφόπλακες, πλην κάποιων επιφανέστερων υπάρξεων που είχαν την εύνοια της μοίρας;

Το σημείο ‘’Κ’’ εβρισκόταν στη μέση του κόσμου, ακριβώς εκεί που κείται το κέντρο του σύμπαντος. Αποτελούσε την αφετηρία, μια αφετηρία δρόμου, πορείας, στόχου και σκοπού. Αν εφανταζόμουν τώρα δα ένα ταρτάν στίβου με τους αριθμημένους διαδρόμους, θα επλησίαζα, φρονώ, τα μάλα την εικόνα αυτή, αν και σε πολύ μεγάλη σμίκρυνση. Εκεί, στο σημείο ‘’Κ’’, σαν σε ληξιαρχική πράξη έβαλε την παλάμη του σε βρεγμένο τσιμέντο αποτυπώνοντας την ύπαρξή του. Το σημείο αυτό θα δήλωνε στα κρατικά αρχεία στο εφεξής ‘’ότι το τάδε πράγμα ξεκίνησε από εδώ και αυτή είναι η παλάμη του με τα δακτυλικά του αποτυπώματα, ημερομηνίες κλπ κλπ’’.

Η πορεία του εφάνταζε μαραθώνια. Ο αγών κυκλώπειος· το έργο τιτάνιο. Χειραγωγημένος φερόταν τήδε κακείσε σε μια προσπάθεια ένταξής του και προετοιμασίας του στον τρισμέγιστο αγώνα δρόμου, των κατακτήσεων, της ολοκλήρωσης, της επιτυχίας.

Όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου στάθηκε στα δύο· αποχαιρέτησε τους μέντορες και τους μύστες του με ένα σεμνό τελετουργικό, έλαβε επ’ ώμου τα εφόδια που είχε πάρει ως δόκιμος και ακόμα μερικά ως εφ’ άπαξ σε ένδειξη αγάπης για καλύτερη επιτυχία.

Έκανε ένα τολμηρό σαν Οδυσσέας βήμα και για πρώτη φορά βρέθηκε εκτός του κέντρου του κύκλου, στο σημείο ‘’Κ+ 1’’. Αφού μια καρδιακή δυσλειτουργία ξεπεράστηκε γρήγορα με βαθιές ρινικές εισπνοές και αυτοσυγκέντρωση, έριξε ένα βλέφαρο στον περίγυρο. Πλατιά πεζοδρόμια πλάτους αρκετών χιλιομέτρων περιέβαλλαν στα πρώτα στάδια της διαδρομής το δρόμο που εκτεινόταν σε απόσταση πέραν του ορατού σε μήκος και πλάτος, με φώτα διαφόρων χρωμάτων που δημιουργούσαν μια χρωματική πανδαισία. Αναθαρρώντας τόλμησε ακόμη ένα βήμα, πιο κοφτό και αποφασιστικό αυτή τη φορά και χωρίς να το καταλάβει είχε αρχίσει να βαδίζει προς τους αριθμημένους διαδρόμους, όπου αμέτρητοι άλλοι όμαιμοί του εβρίσκοντο στο στάδιο της προθέρμανσης και περίμεναν τον ήχο της πιστολιάς του αφέτη.



Ρίχθηκε σαν μόριο υδρογόνου στην ατμόσφαιρα· ο αγών ήταν όντως σκληρός, αδυσώπητος και άνισος, αλλά χρησιμοποιώντας με μαεστρία τα εφόδια των εκπαιδευτών του, απέφευγε σαν επιδέξιος πυγμάχος τις γροθιές των στοιχείων της φύσης. Αρκετά πιο κάτω και μετά από παρέλευση μεγάλου καιρού οι διαδρόμοι εχάθησαν και έμεινε μόνο ο πλατύς, πέραν του ορατού δρόμος, χωρίς πια πεζοδρόμια στο πλάι, σε μια απέραντη πίσσα από άσφαλτο όπου αμέτρητοι διαβάτες επροχωρούσαν ακάθεκτοι με γοργά βήματα και ένα σκοπό: να φτάσουν!

Ήθελε πολύ να παρατηρήσει τους υπολοίπους συναγωνιστές , που χωρίς λόγο εφάνταζαν σαν ανταγωνιστές, να τους δει από κοντά, να τους μιλήσει, μα όποτε προσπαθούσε εκαταλάβαινε πως του ήταν αδύνατο να μιλήσει. Η πορεία συνεχιζόταν αδιάκοπα, με νευρικό ρυθμό και άχαρα και με μόνο μικρές διακοπές ανταλλαγής ματιών με διαφόρους που έσκαζαν και πότε πότε κανένα κίβδηλο χαμόγελο σε περιτύλιγμα.

Δεν άφηνε να του περάσουν από το μυαλό σκέψεις όπως ‘’που οδηγεί ο δρόμος;’’, ‘’που πηγαίνουν όλοι αυτοί;’’ , ‘’γιατί δεν κάθομαι να ξαποστάσω;’’. Όχι· όλα αυτά ήταν παρακινδυνευμένα και εκτός σχεδίου. Άλλωστε δεν έχει εκπαιδευτεί ποτέ για κάτι τέτοιο. Οι καλότατοι μέντορές του τον είχαν προειδοποιήσει: ‘’Μη χασομεράς! Να έχεις σύννοια. συγκεντρώσου στο δρόμο σου και μη σε μέλλει. Πρέπει να φτάσεις!’’

Και η πορεία συνεχιζόταν. Νευρικά, προσηλωμένα, άχαρα. Ο δρόμος ήταν πάντοτε ο ίδιος. Σε όποιο σημείο ετύχαινε να βρεθεί ενόμιζε πως είχε ξαναπεράσει. Ένα απέραντο πισσοστρωμένο πέπλο από έρεβος και ανώνυμοι, χωρίς γένος, ουδέτεροι διαβάτες επροχωρούσαν με τον ίδιο ζήλο για το στόχο: να φτάσουν!

Τα χρόνια περνούσαν αμέτρητα και είχε πια αρχίσει να κουράζεται. Περπατούσε τώρα στα τρία και η σύννοια είχε αρχίσει να χαλαρώνει. Διερωτώταν εάν θα έπρεπε όλα αυτά τα χρόνια που περπατούσε θα έπρεπε να είχε ξαποστάσει κάπου, να σταματήσει να χαζέψει λίγο, να αφήσει να τον προσπεράσουν άλλοι διαβάτες. Μα δε γινόταν! είχε τώρα φτάσει πολύ μακριά, δε θα αργούσε να φανεί το τέλος του δρόμου, η κορωνίς των επιτυχιών. Θυμόταν τους μεγάλους μύστες του με νοσταλγία –δεν θα εβρίσκοντο πια στη ζωή- και οι συμβουλές τους αντηχούσαν στο μυαλό του σαν σύστημα συναγερμού. Μόνη αξία ήταν το τέρμα, όλα τα λοιπά ήταν χάσιμο πολύτιμου χρόνου και απαξιωτικά.

Το βαρύ πέπλο από μαύρο συνέχιζε για πολλά ακόμη χρόνια να γλιστρά μέσα απ’ τα σκέλια του, κι αυτός καταπονημένος απ’ την πορεία, μα περισσότερο από την ανία, μετρούσε τα βήματά του έχοντας καρφωμένο το βλέμμα στις πατούσες του για να σκοτώνει την ακηδία που τον εσκότωνε. Το ίδιο σκηνικό, ο ίδιος δρόμος, το ίδιο τίποτα. Η όραση είχε αρχίσει πια να εξασθενεί και οι φυσικές δυνάμεις ολοένα με μεγαλύτερη ταχύτητα υποχωρούσαν. Οι κλειδώσεις, αγκυλωμένες, έκαναν τα πόδια του να φαίνονται σαν κούτσουρα που ο τερμίτης είχε εγκαταβιώσει μέσα τους. Σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο την ατέρμονη πορεία του και με μισόκλειστα μάτια προσπάθησε να διακρίνει αν φαινόταν κάτι. Αντιλαμβανόταν ότι είχε παρέλθει καιρός πολύς και κάτι μέσα του έλεγε ότι ήταν κοντά. Δεν γινόταν αλλιώς!

Έβαλε τα δυνατά του και συνέχισε στα τέσσερα πια, σχεδόν ψηλαφώντας. Η αγωνία και η αδημονία του είχαν φτάσει στο ζενίθ ενώ το αίσθημα του φόβου είχε αρχίσει να καταλαμβάνει ζωτικές περιοχές του τόσο επικεντρωμένου στο στόχο εγκεφάλου του.

...Πέρασαν κι άλλα δύσκολα χρόνια, μα αυτός αρκουδίζοντας συνέχιζε να προχωρά, πότε περνώντας μέσα από σκέλια άλλων συνοδοιπόρων, πότε κουτουλώντας σε γόνατα και άλλοτε πέφτοντας από την κόπωση πρηνής. Οι παλάμες του είχανε λιώσει και η αίσθηση της αφής ήταν πια αμυδρή. Μα προχωρούσε σιγοψιθυρίζοντας: ‘’λίγο ακόμα, λίγο ακόμα...’’

Χρόνια μετά και με τα τελευταία ίχνη ελπίδων να υποχωρούν ήρθε το ποθητό! Μέσα από τα μισόκλειστά του μάτια επέρασε μια πανδαισία χρωμάτων που εδημιουργείτο από διάφορα πολύχρωμα φώτα. Αυτό ήταν! Απίστευτο! Εκεί που ήταν πια απέλπιδος, βρέθηκε στο τέρμα, στον στόχο και σκοπό, στο υπέρτατο είναι. Έριξε μια ματιά έτσι όπως βρισκόταν στα τέσσερα με όση ασθενή όραση του είχε απομείνει. Πλατιά πεζοδρόμια πλάτους αρκετών χιλιομέτρων περιέβαλλαν ένα δρόμο που εκτεινόταν σε απόσταση πέραν του ορατού σε μήκος και πλάτος. Έβαλε το χέρι στο έδαφος και σαν κάτι να είχε χάσει ψηλάφησε με μανία. Το χέρι του σταμάτησε σε ένα αποτύπωμα παλάμης. Έσκυψε προσεκτικά, φύσηξε με την τελευταία του πνοή τη σκόνη από το αποτύπωμα και συγκεντρώνοντας όση όραση του είχε απομείνει διάβασε: ‘’Σημείον ‘’Κ’’.

ΠΡΟΒΑΤΗΔΟΝ


Στις παγκόσμιες στέπες, έβοσκαν αμέριμνα πρόβατα πολλά, ‘’ών αριθμός ουκ έστι.’’ Πορεύονταν ανάμεσα στη χλόη αμβλύνοα, αναμασώντας απαθέστατα την τροφή που ανεξάντλητη φύτρωνε και περίσσευε για όλα, στη μεγάλη ετούτη αγέλη του κολοσσιαίου κτηνοτροφικού συνεταιρισμού. Ακάτεχα, πρόδιδαν με το βλέμμα τη νωθρότητά τους, σαν οι σιαγόνες πηγαινοέρχονταν σε ρυθμό φυσικού διατονικού ήχου απαλλαγμένου από διεσοϋφαίσεις, στο ατέρμονο φαγοπότι.

Οι συνεταίροι ποιμένες, στο σύγχρονο κουβούκλιο επιχειρήσεων παρακολουθούσαν από κλειστά κυκλώματα κάθε κίνηση των ανυποψίαστων ζωντανών και κάθε τόσο, πατώντας ένα πράσινο κομβίο, εξαπέλυαν στην ατμόσφαιρα διάφορα συστατικά, κάτι σαν ανάμιξη ισχυρών βαρβιτουρικών και οπιούχων, κρατώντας τα αχάμπαρα ζωντανά στο ίδιο τέμπο αποφεύγοντας περίεργες εξάρσεις και νοητικές επαναστάσεις.

Αν κάποιο απ’ αυτά κατάφερνε καμιά φορά να ανανήψει, αόρατα μικροτσίπ εμφυτευμένα άλλα σε ορμόνες, άλλα σε νεύρα, άλλα σε κύτταρα, εξέπεμπαν συναγερμό στο κουβούκλιο επιχειρήσεων του παγκόσμιου κτηνοτροφικού συνεταιρισμού. Βλέποντας οι ‘’ελεγκτές προβάτειας νοοφορίας’’ τον ‘’κόκκινο συναγερμό οξύνειας’’ , ειδοποιούσαν ασκαρδαμυκτί τα ψηφιακά τσοπανόσκυλα που αυτοβοή έσπευδαν και οδηγούσαν υπό την απειλή των οδόντων το ασθενήσαν πρόβατο προς το θεραπευτήριο.

Εκεί, διάφοροι επιστήμονες κλείνοντάς τα σε κελιά, έκαναν διεξοδικές έρευνες αναζητώντας την αιτία που το πρόβατο δεν ανταποκρινόταν ολότελα στη θεραπευτική αγωγή της παναγέλειας νωθρότητας και με μικροχειρουργικές κινήσεις προσθαφαιρούσαν μικροτσίπ, καλώδια, επεξεργαστές, motherboard. Επιπρόσθετα –για σιγουριά- αφαιρούσαν ποσότητα αντισωμάτων και γύριζαν το κοχλιοστρόφιο της ταχύτητας της σκέψης στην έσχατη βραδύτητα. Έπειτα το κτηνό, αφού επαναπρογραμματιζόταν με απαλειφή κάθε προηγούμενης μνήμης, επανατοποθετούταν στη βοσκή, αμνημονώντας την προηγούμενη απόπειρα απόδρασης από την ‘’πολιτική της αμβλύνοιας’’. Φυσικά αυτό συνέβαινε την πρώτη φορά· αν παρ’ ελπίδα ετύγχανε το ίδιο πρόβατο να έχει παρόμοιο περιστατικό για δεύτερη φορά η διαδικασία απλοποιούταν δραματικά. Ένας ελεγκτής, ιστάμενος σε ανώτερο επίπεδο μπροστά από ένα επιβλητικότερο υπολογιστή, πατούσε στο ενσωματωμένο στο χέρι του μικροπληκτρολόγιο την εντολή: end program number….. και τοποθετώντας τον κωδικό της έξυπνης ταυτότητας του ασθενούντος προβάτου, αυτό εξέπνεε πάραυτα.

Έτσι κυλούσε η ζωή στη βοσκή, ένα καλοκουρδισμένο λογισμικό που δεν άφηνε πολλά περιθώρια δυσλειτουργιών. Οι μεγιστάνες του παγκόσμιου κτηνοτροφικού συνεταιρισμού απολάμβαναν την ήρεμη ροή των πραγμάτων απαλλαγμένοι απ’ το άγχος του αναπάντεχου και του ακαθορίστου. Μέσα από το κουβούκλιο, ζώντας με αβρότητα, είχαν τα πάντα υπό τον έλεγχό τους. Κάθε στιγμή των ακάτεχων προβάτων ήταν στενώς ηλεγμένη και κάθε αντίδρασή τους καταδικασμένη εν τη γενέση της.

Τα πρόβατα συνέχιζαν ελεύθερα και αμέριμνα να γαστριμαργούν στον απέραντο παράδεισο της αφθονίας, ικανοποιώντας την ακόρεστο ηδονή της κοιλίας σε ύψιστα μεγέθη και μπεμπερίζοντας φαιδρά σ’ ένα βοσκοτόπι χωρίς σύνορα, δίχως κάγκελα, χωρίς βοσκούς. Η υπέρτατη ελευθερία ήταν γι’ αυτά γεγονός. Μετά από χρόνια σκλαβιάς και καταπίεσης, γκετοποίησης σε παραπήγματα κτισμένα από λάσπη, καυσόξυλα και λαμαρίνα, επιτέλους η κοινωνική δικαιοσύνη είχε επιτέλους αποδοθεί και με το παραπάνω. Εντρυφώντας αδέσμευτα πια στα παγκόσμια χωράφια πάχαιναν μέρα με τη μέρα και ελεύθερα πορεύονταν σε προκαθορισμένη πορεία.
-----------------------------------------------------------------------------

Ξαφνικά, σ’ ένα λοφίσκο αντίκρυσαν μια διαφήμιση που έπαιζε σε τηλεόραση plasma σαρανταδύο ιντσών :‘’FOUR DAY CLEARANCE 400m’’. Ευκαιρία! έβαλαν τα δυνατά τους και τράβηξαν προς την κατεύθυνση που έδειχνε το βέλος. Στην άκρη μιας μικρής όμορφης κοιλάδας, παρά τον ποταμό, δέσποζε ένα μοντέρνο οικοδόμημα από ανοξείδωτο ατσάλι που διαθλούσε τις ακτίνες του ήλιου τυφλώνοντάς τα και κάνοντάς το να φαίνεται ακόμα πιο μεγαλόπρεπο απ’ ότι πραγματικά ήταν. Όταν πλησίασαν στα διακόσια μέτρα είδαν μια ουρά από ένα άλλο κοπάδι να περιμένει και υπομονετικά στάθηκαν πίσω της ψιλοκουβεντιάζοντας και αναμυρηκάζοντας την τροφή τους.

Κι ενώ αυτά περίμεναν απαθώς, ένα φορτηγάκι εξερχόμενο από την πίσω πλευρά του ατσαλένιου οικοδομήματος με το ‘’Four Day Clearance’’ τα διασταύρωσε. Στο πλάι, το όνομα της εταιρείας: ‘’Ηνωμένα Παγκόσμια Αμνοπωλεία’’. Ο οδηγός τους έσκασε απλόχειλα ένα χαμόγελο. Αυτά, κρυψίνοα, ανταπέδωσαν από αβροφροσύνη και γύρισαν ξανά μπροστά περιμένοντας στην ουρά για την ευκαιρία.

ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΦΥΛΛΟΒΟΛΟ



Αν ήμουν φυλλοβόλο
θα έριχνα τα φύλλα μου ένα φθινοπωρινό πρωινό του Νοέμβρη
στο πλακόστρωτο μιας εκκλησιάς
θα έμενα τότες γυμνός
ελεύθερος
να αγκαλιάζομαι με τους κλώνους μου
θα έδειχνα τον κορμό μου με τις κουφάλες σαν ουλές
θα φαινόντουσαν καθαρά χαραγμένα
τα γράμματα που μου σκάρωσαν οι κάθε λογής περαστικοί
που ξαπόσταιναν στον ίσκιο μου

Αν ήμουν φυλλοβόλο
θα τίναζα τα ψηλότερά μου κλωνιά στον ουρανό
και θα ζητούσα τον κεραυνό της καταιγίδας
να μου ψηλώσει τη χλωροφύλλη σαν αδρεναλίνη
άπαξ και διαπαντός
κι ας ήταν το παν μια μικροστιγμή στο χρόνο
κόκκος ψάμμου θαλάσσης

Αν ήμουν φυλλοβόλο
θα περίμενα νά’ ρθει άνοιξη και καλοκαίρι
να ντυθώ
να κρύψω τη ψυχή μου
να ζεστάνω το παγωμένο μου κορμί απ’ τους βοριάδες
και την τραμουντάνα
να φτιάξει πάνω μου τη φωλιά της μια γερακίνα
να ζευγαρώσει στα φύλλα μου μια πεταλούδα
και να γεννήσει την κάμπια που θα φάει τα ρούχα μου

Αν ήμουν φυλλοβόλο
θα έριχνα τα φύλλα μου να πέσουν νεκρά
και να τα πατούν οι διαβάτες
κι οι κυρίες που βγαίνουν απ’ την εκκλησιά με τα γοβάκια τους

Αν ήμουν φυλλοβόλο
θα προσευχόμουν στη θεά τραμουντάνα
να με λυτρώσει με τον κεραυνό της
και να μου στείλει τη χίμαιρα
να ξαπλώσει γυμνή
στο πάπλωμα από τα κίτρινα φύλλα μου
που κείτονται νεκρά πάνω απ’ τις ρίζες μου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ



Στη Χίμαιρα
Κυνήγησε μια μέρα τη χίμαιρα
σαν ήρωας, σαν ποιητής σαν καλλιτέχνης
κι η μοίρα πού’ ταν λογική σα γυναίκα
του εφώναζε να δει πως τα φτερά του είναι κέρινα...

Ο αέρας ήταν δροσερός σαν απογειώθηκε
κι όσο υψωνόταν γινόταν ψύχος
και τα κέρινα φτερά σκλήραιναν περισσότερο
και έδιναν στο όνειρό του τροχιά...

Κι ήταν η ιονόσφαιρα κι στρατόσφαιρα
ωραία σαν αγάπη
... μεθυστική σαν έρωτας
κι η λάμψη του ήλιου πύρινη γοργόνα
που καλούσε με φωνή σειρήνας...

Κι η μοίρα, λογική σα γυναίκα εφώναζε από τη γή
πως τα κέρινα φτερά θα λιώσουν μόλις χορέψει
με το χαρέμι των αντίζηλων γυναικών που τις έλεγαν
ηλιακτίδες...

Κι αυτός έβλεπε τη γη μακριά κι έκλαιγε που την έχανε
...έχανε την πιστή γυναίκα που τον αγαπούσε
με αγάπη που δε μεθάει...
μα είναι μακρόβια...

...Έκανε κύκλους στην ιονόσφαιρα για να πείσει το μεθυσμένο
είναι του...
πως καλύτερα είναι να ζήσει κοντά της κι ας μη μεθά...
...κι έκανε κύκλους ακούγοντας από κάτω τη μια να τον καλεί να γυρίσει
κι από πάνω την άλλη να του τραγουδά εκστατικά
‘’έλα να με αγκαλιάσεις ... θα σου δώσω το πιο ωραίο δευτερόλεπτο της ζωής σου...
... και μετά θα σε σκοτώσω...’’

Κι έκανε τον τελευταίο κύκλο
και σήκωσε τη φτερούγα του αριστερά στο μέρος της καρδιάς...
κι άφησε ένα δάκρυ να πέσει πάνω σε κάθε γυναίκα που ήταν στη γή...

...Κι έπειτα κτύπησε τα παγωμένα φτερά του
κι όλο πλησίαζε τη σειρήνα ηλιακτίδα
και τα κέρινα κεριά έσταζαν κι έριχναν τη ψυχή του
στο πρόσωπο της γής και της λογικής και κάθε γυναίκας...

Κι όταν έφτασε στην ηλιακτίδα τη ρώτησε
‘’και τώρα τι;’’
‘’Σου χαρίζω ένα δευτερόλεπτο μέθης που προτίμησες αντί
για μια ζωή ξεμέθυστος στη γη...’’

Και τη φίλησε στα χείλη
και τα φτερά έγιναν νερό και πλυμμήρισαν τη γη
ως το όρος Αραράτ...

Και σαν άρχισε να πέφτει της φώναξε
‘’και τώρα τι;’’
‘’τώρα απόλαυσε την πτώση με τη θύμιση του φιλιού μου...’’

Και σαν έπεφτε άκουγε τη μοίρα που τραγουδούσε ένα μοιρολόϊ σα γυναίκα
και τον περίμενε να πέσει να τον θάψει
και του φώναζε η λογική σα γυναίκα
‘’είδες που σου έλεγα; τώρα είναι αργά να μετανιώσεις’’

Και πέφτοντας της φώναξε
‘’Κι αν ζούσα δεκατρείς ζωές θά’ φταχνα δεκατρία κέρινα φτερά
να ζήσω δεκατρία δεύτερα...
να πετάξω στο ψύχος δεκατρείς φορές...
να ξανακούσω δεκατρία τραγούδια της σειρήνας...
να ανταλλάξω δεκατρείς φορές σάλιο με τη χίμαιρα...
σαν ήρωας...
σαν ποιητής...
σαν καλλιτέχνης.