Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Λαρνακα, Cyprus
Είμαι ένα φαλκόνι της Ελεονώρας πάνω από τη γυναίκα Μεσόγειο...

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ


Με κουρεμένο σβέρκο
πορεύονται δυο διαβάτες
χωλαίνοντας
...ψάχνουν τη ζωή τους
λέει μια τσιγγάνα
-το γράφει στην παλάμη τους.

Ένα πουλί κοροϊδεύει
τους ανθρώπους που δεν πετούν
...πιο κάτω θα πέσει ματωμένω από σκάγια
και σκατά
λέει η τσιγγάνα
-το γράφει στα φτερά τους.

Έν’ αρσενικό άλογο
χλιμιντρίζει περήφανο
φουσκώνει το στήθος
καλπάζει
όπως δε μπορούν οι άνθρωποι
να καλπάσουν
...σε λίγα μέτρα θα του κάνουν ευθανασία
λέει η τσιγγάνα
-το γράφει στις οπλές του.

Δυο ερωτευμένοι πετάνε
σαν ερωτότροπα γεράκια
όπως νομίζουνε οι άνθρωποι πως μπορούν
να νιώθουνε για πάντα
...σε λίγα μέτρα χρόνου
ο έρωτάς τους θα κονιορτοποιηθεί
-το γράφει στις καρδιές τους με γράμματα της μοίρας
λέει η τσιγγάνα
και πεθαίνει.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δεν είμαι ποιητής.

Σας το ψέλλισα ένα πρωινό
σε μια καταιγίδα της ερήμου.

Δεν είμαι ποιητής.

Σας το είπα από τον Ευφράτη
ως τον Λιτάνι
με Σοκ και Δέος.

Δεν είμαι ποιητής.

Σας το εφώναξα
ανάμεσα σε φλόγες
μέρες του Πάσχα
ώρες του Ραμαζανιού
στιγμές γιορτινές.

Δεν είμαι ποιητής.

Το διαλαλούν οι διασκορπισμένες
πέτρες της Ουρ
η γη της Χαναάν
η εμπλουτισμένη άμμος.

Δεν είμαι ποιητής.

Το έκραξα στα Βαλκάνια
το εθρηνολόγησα στο Μογκαντίσου
ανάμεσα σε γοτθικά φίδια
το έψαλλα σε συλημένες εκκλησιές.

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

Δεν είμαι ποιητής.
Δεν υπάρχουν ποιητές.


Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΥΧΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ


Το καράβι που επέρασε
ίσα πάνω απ’ το κεφάλι μου
επήρε μαζί του τις αναμνήσεις
της ημέρας
ένα θεριό
που ‘τρωγε μήλα με την Εύα
τον Αδάμ που εγύρευε να δει
το Θεό κατάματα
ένα γατί που επάτησε το φορτηγό
και κουνούσε τα ποδάκια του
λακτώντας τη ψυχή του προς τα έξω

Την ώρα που με έπιασαν
τα απόνερα
εβυθίστηκα μαζί τους
για να’ βρω την πρόστυχη γοργόνα
που μ’ εφώναζε
να της απαγγείλω ένα ποίημα

Δεν είμαι ποιητής της λέω
είμαι ένα όνειρο που είδες
ή εφιάλτης


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

ΕΙΜΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ



Στην Αγριόγατα
Είμαι ο ίσκιος.
Με ρίχνει στον τοίχο μια φιγούρα
το βράδυ ισχυρίζεται πως υπάρχει
το πρωί φεύγει σαν ιδέα.

Είμαι ο ίσκιος.
Πέφτω στο έδαφος τις νύχτες τετραπλός
μου κάνω παρέα
ξαπλώνω στο χώμα τις μέρες μονός-μόνος
οριζοντιώνομαι στις γωνίες πίσω από
το φάσμα
μιας παράνομης αέρινης σχέσης
μέσα μου περπατά μια αράχνη.

Είμαι ο ίσκιος.

Με λιώνει το καουτσούκ στη πλάτη της ζέβρας
με ζωγραφίζει ένα παιδί
με προσπερνά μια γυναίκα
με προσπερνά μια ζωή
με λιβανίζει ένα χωνί χασίς
παίζει μαζί μου ένα σκυλί
παίζει μαζί μου μια ζωή
παίζει μαζί μου η ζωή
με προσπερνά μια γυναίκα.

Είμαι ο ίσκιος.

Με ρίχνει στον τοίχο μια ματιά
άγριας γάτας
το βράδυ ισχυρίζεται πως υπάρχει
το πρωί φεύγει σαν ιδέα.

Είμαι ο ίσκιος.

Το πρωί και το βράδυ ισχυρίζομαι πως υπάρχω
μα είμαι πάντα φάντασμα
και φάσμα.

ΚΡΥΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ




Τις κρύες αίθουσες ποτέ δεν τις πήγαινα.
Μ’ ένα ζεστό καλοριφέρ από αναμνήσεις
που μόνος δημιούργησα μια έναστρη νύχτα
ζεσταίνω την ελάχιστη ζωή μου.
Στην κρύα ζωή μου έβραζα βρύα
σ’ αποσταγμένο ποταμίσιο ελληνικό ύδωρ
με βάζα γεμάτα μενεξέδες και κυκλάμινα
εξύμνησα τον Ήφαιστο που σφυρηλατούσε
την ορφάνια μας.
Οι κρύες ημέρες πάντα μου άρεσαν.
Σε ανοικτό λιβάδι έκοβα ανεμώνες
για να μη ξαναβλαστάνουν
τρέφοντας τα ζώα μέσα μου.
Ένα κερί σε ξωκλήσι παρηγορούσε
την ανομία μου
σε μια αφετηρία για νέες ανομίες.
Όμως τις κρύες αίθουσες ποτέ δεν τις πήγαινα.
Μέσα σ’ αυτές εκυλίστηκα για να σκοτώσω
το χρόνο που με σκότωνε.

ΜΑΥΡΗ ΟΡΧΙΔΕΑ

Οι μέρες που κατρακυλούν
στον ατέρμονο κατήφορο
στον αβλέμονα ριγμένες
οι ψυχές-βιβλία
σαράντα τέσσερα μίλια
σκισμένες σάρκες
τα λευκά οστά σχηματίζουν
άσπρες οστέϊνες λέξεις:
Έξω... Μόνος....Ελευθερία...
Μια μαύρη ορχιδέα ποτισμένη με νεύρα
ανθίζει στη μέση της κοιλάδας
...στα σπλάχνα της κρύβει μια λευκή γοργόνα.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

ΠΟΛΥΠΕΙΡΗ ΓΑΙΑ

Εκπνέω στο τζάμι
και με το δείχτη γράφω ήχους.
Ένας κίτρινος ουρανός καλεί
τους αγγέλους σε σύναξη
βαπόρια φορτωμένα στοίβες από όρη και βουνά
μετατοπίζουν συνειδήσεις.
Κουβάρια μαλλιών γριάς
κυλούν αμέριμνα στην πνοή
του Πουνέντη
φαλακρές γραίες ψάχνουν την κώμη τους
σε σκονισμένα ντουλάπια
όπου φυλάνε οι τρανοί το χρόνο.
Σα δέντρα οι διαβάτες
στο πέρασμα του Αττίλα των ορδών
γέρνουν και γερνούν ώσπου ν’ ακουμπήσουν
με το ακροκέφαλο την περήφανη γαία
που πολύπειρη τους καρτερεί.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

ΤO ΚΡΙΝO ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ



Στην Άννα Δημητρίου
Είμ’ ένα κρίνο λευκό
φυτευμένο σε μια ορθή γωνία
κάτω από’ να λευκό μάρμαρο κι ένα λευκό σταυρό.

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
σε μαύρο φόντο·
τη μέρα είμαι σα ψυχή κλειστό
κάτω απ’ τη σκιά του κατοκόρυφου κυπαρισσιού.

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
σε λευκό κήπο·
ανθίζω στο έρεβος
κι αντανακλώ
απ’ τη Σαλαμίνα ως την ακρόπολη
σε μια ζαρτιέρα στη φυλής
σ’ ένα καμπαναριό του άθωνα
σ’ ένα φλυτζάνι που διαβάζει μια τσιγγάνα

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
ένα κρίνο της χαράς
που φέρνει
ο χειμώνας κι η βροχή
και ταξιδεύω σε κάθε ψιχάδι
και πέφτω στο θερμαϊκό
και ξεβράζω με τα φύκια
στις πλατείες και τα καλντερίμια του βορρά
και πνίγω
και πνίγομαι
και σκοτώνω
και πεθαίνω

Είμ’ ένα κρίνο λευκό
τα πέταλά μου δορυφόρος
της νεφέλης
η καρδιά μου ικέτης
έλκύει τον κεραυνό
από δυό μαύρα σύννεφα
που ερωτοτροπούν πάνω απ’ τον κήπο μου.

Είμαι το κρίνο της χαράς·
κάτω από κρύο μάρμαρο λευκό
μαζεύω τις ψυχές των περαστικών
τις κάνω μυρωδιές
και πίνω δάκρυα
και τρώω σάρκες
και ζωγραφίζω ποιήματα
και γράφω πίνακες
και πνίγομαι
και πνίγω
και πεθαίνω
και σκοτώνω
και ερωτεύομαι
και λατρεύω
και αγαπώ
...και κορέννυμαι.